Δημοσιεύματα

Δίκη Σκουριών – Ημέρα τέταρτη: Η αντίθεση στην εξόρυξη χρυσού και η επαγγελματική ιδιότητα ενοχοποιούν τους κατοίκους, σύμφωνα με την αστυνομία

Πηγή: Στο Κόκκινο

Σταυρούλα Πουλημένη- Με τις καταθέσεις αστυνομικών στις μαρτυρίες των οποίων βασίστηκε η δίωξη των 21 κατηγορουμένων κατοίκων της ΒΑ Χαλκιδικής συνεχίστηκε σήμερα Δευτέρα η δίκη για τον εμπρησμό του εργοταξίου των Σκουριών.

Αυτό που προέκυψε από την σημερινή ακροαματική διαδικασία είναι αυτό που τα τελευταία πέντε χρόνια καταγγέλλουν κάτοικοι και συνήγοροί τους: πρώτον ότι η όλη διαδικασία της δίωξης βασίστηκε στο φρόνημα των κατοίκων και συγκεκριμένα στην αντίθεσή τους στην εξόρυξη χρυσού με αποτέλεσμα να ποινικοποιηθεί εν γένει ένα εμβληματικό κίνημα υπεράσπισης του περιβάλλοντος και δεύτερον ότι όλη η προανακριτική διαδικασία μέχρι να φτάσουμε στη δίωξη χωλαίνει από παντού με αποτέλεσμα καθημερινές συνήθειες των κατοίκων να χαρακτηρίζονται ύποπτες και να στοιχειοθετούν για τις διωκτικές αρχές την ένταξή τους σε εγκληματική οργάνωση.

Στην κατάθεσή του ο πρώτος αστυνομικός από την ασφάλεια Θεσσαλονίκης που κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας ερωτηθείς για το πως έγινε η αξιολόγηση των 100 περίπου υπόπτων από τους οποίους κατέληξαν στους 21 απάντησε: «μέσω σαρώσεων κλήσεων προ του εμπρησμού και με βάση το γεγονός ότι ήταν αντιδρώντες, υλοτόμοι και κυνηγοί». Ο ίδιος αστυνομικός παραδέχτηκε ότι βασικό στοιχείο για την δίωξή τους ήταν ότι συμμετείχαν σε πορείες ενάντια στην εξόρυξη χρυσού καθώς και η επαγγελματική κατηγορία… σε μια περιοχή που βρίθει υλοτόμων και κυνηγών. Μόνο ο σύλλογος υλοτόμων της περιοχής καταγράφει 343 άτομα, σύμφωνα με συνήγορο των κατοίκων ενώ παράλληλα δεν είναι όλοι οι κατηγορούμενοι υλοτόμοι ή κυνηγοί.

Για πρώτη φορά, επίσης, εμφανίζεται στη δίκη ως στοιχείο σύνδεσης των 21 κατοίκων με εγκληματική οργάνωση η ύπαρξη στο κατηγορητήριο έξι άλλων δικογραφιών που αφορούσαν μαζικές διαμαρτυρίες στις Σκουριές (με συμμετέχοντες από την ΒΑ Χαλκιδική, την Θεσσαλονίκη και άλλων πόλεων) στις οποίες όμως δεν βρίσκονταν κατηγορούμενοι οι ίδιοι, και οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις ήταν τελικά αθωωτικές για τους τότε κατηγορούμενους.

Όσον αφορά στην σάρωση των κλήσεων μέσω της άρσης απορρήτου τηλεφώνων την μέρα του εμπρησμού στο εργοτάξιο, ο αστυνομικός κλήθηκε να απαντήσει σε ερώτηση συνηγόρου για το πως κατέληξαν από τις 3.208 κλήσεις 6.000 συνδρομητών σε 56 αρχικά υπόπτους. Η απάντηση ήταν και πάλι η αρχική, δηλαδή η θέση των κατοίκων αυτών απέναντι στην εξορυκτική δραστηριότητα στην περιοχή τους χωρίς να εξηγείται γιατί επιλέχθηκαν κάτοικοι κυρίως από την Ιερισσό και την Μ.Παναγιά και όχι κάτοικοι άλλων περιοχών που επίσης είχαν την ίδια στάση απέναντι στην εταιρεία και συμμετείχαν σε πορείες και διαμαρτυρίες το προηγούμενο διάστημα.

Είναι, επίσης, περίεργο ότι η κατάθεση του αστυνομικού για κατοίκους που φέρονται κατά τον ίδιο να εμπλέκονται στην υπόθεση βάσει της άρσης απορρήτου γίνεται την ίδια μέρα (26.2.2013) που ζητείται από την εισαγγελία η άρση τηλεφωνικού απορρήτου από εταιρεία κινητής τηλεφωνίας. Αναπάντητο έτσι έμεινε το ερώτημα πως ενώ ακόμη η αστυνομία δεν είχε στα χέρια της τα στοιχεία της άρσης του απορρήτου των τηλεφωνικών συνομιλιών ήταν έτοιμη να υποδείξει υπόπτους.

Από την κατάθεση και του πρώτου και του δεύτερου αστυνομικού προκύπτει πως από την σάρωση των τηλεφωνικών κλήσεων στοχοποιήθηκαν άτομα τα οποία εκείνο το βράδυ αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας είτε μιλούσαν με τους συγχωριανούς τους είτε δεν μιλούσαν, πράγμα που για την αστυνομία θεωρήθηκε ύποπτο χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο των συνομιλιών. Ύποπτο θεωρήθηκε ότι κατηγορούμενος στη δίκη αυτή δεν πήρε κάποιο τηλέφωνο το απόγευμα της μέρας του εμπρησμού ενώ βρισκόταν με την κοπέλα του και ταυτόχρονα ύποπτη θεωρήθηκε η κλήση κατηγορουμένου εκείνη την ημέρα από τον θείο του. Ύποπτο, ακόμη, θεωρείται για τους αστυνομικούς ότι το βράδυ εκείνο έγιναν κλήσεις από κατηγορούμενους που απλά διήρκησαν 1 λεπτό ή μερικά δευτερόλεπτα, κάτι που για τους ίδιους αποδεικνύει εμπλοκή στην υπόθεση του εμπρησμού.

Να σημειωθεί ότι ανάμεσα στους κατηγορούμενους που, σύμφωνα με την αστυνομία, εμπλέκεται στην υπόθεση εμπρησμού του εργοταξίου σε μια καταδρομική, όπως την χαρακτηρίζει, επίθεση, βρίσκεται άνθρωπος με συγγενή δυσπλασία στο πόδι και 67% αναπηρία.

Ο αστυνομικός από την ΓΑΔΘ, που ανέλαβε την έρευνα δύο μέρες μετά την επίθεση χαρακτήρισε ως «περίεργα διαφορετικό» τον τρόπο συλλογής στοιχείων από τον τόπο του εμπρησμού που έγινε από εργαζόμενους στην εταιρεία φύλαξης και όχι από το αρμόδιο εγκληματολογικό τμήμα της ασφάλειας Πολυγύρου. Να θυμίσουμε ότι την περασμένη Πέμπτη εργαζόμενος στην φύλαξη χαρακτήρισε πάγια τακτική της αστυνομίας να εκχωρεί αρμοδιότητές της στην εταιρεία φύλαξης σε άλλα γεγονότα δολιοφθοράς μηχανημάτων. Πρέπει να αναφερθεί ότι σήμερα κατατέθηκε από συνήγορο υπεράσπισης φωτογραφία όπου άνδρες της ΟΠΚΕ σταματούν αναβάτες στο βουνό στις 9/12/2013 με αυτοκίνητο 4Χ4 της Hellas Gold.

Ο ίδιος άνθρωπος, επιπλέον, παραδέχτηκε λάθη ασάφειες και παραλείψεις και στην προανακριτική διαδικασία από την αστυνομική διεύθυνση Πολυγύρου. Συγκεκριμένα στην προανακριτική έκθεση κατάσχεσης αντικειμένων από σπίτια υπόπτων αναφέρεται ένας συγκεκριμένος αριθμός στοιχείων, μεταξύ αυτών και κάλυκες. Αργότερα στην έκθεση αφαίρεσης αντικειμένων το νούμερο αυτό είναι διαφορετικό, όπως διαφορετικό είναι και το νούμερο των καλύκων που εξετάζεται στην βαλλιστική έρευνα. Απέδωσε μάλιστα τα λάθη αυτά «ίσως στην πίεση» που ένοιωθαν οι πάνοπλοι άνδρες των ΕΚΑΜ και της ΟΠΚΕ κατά την εισβολή τους στα σπίτια κατοίκων στις 7 Μαρτίου του 2013 από άλλους κατοίκους που βρίσκονταν έξω από αυτά και έντρομοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε. Βέβαια κανείς από τους αστυνομικούς δεν μπήκε στον κόπο να αναρωτηθεί για την πίεση που ένοιωθαν οι ίδιοι άνθρωποι βλέποντας το θέαμα τρομοκράτησής τους είτε μέσα στο χωριό τους είτε περιμένοντας έξω από τα κρατητήρια τους συγγενείς τους που για ώρες είχαν προσαχθεί και άλλοι απαχθεί σε μια διαδικασία που οι συνήγοροι τότε είχαν καταγγείλει ως «συνθήκη Γκουαντάναμο».

Τέλος, εντύπωση προκαλεί η προσπάθεια των διωκτικών αρχών και συγκεκριμένα της αστυνομίας να εντάξουν τους κατηγορούμενους σε μια εγκληματική οργάνωση με διάρκεια, αυστηρή ιεραρχία και δομή χωρίς να παραθέτουν κανένα στοιχείο παρά μόνον εκφράσεις όπως «εικάζεται», «βάσιμα πιθανολογείται» ή «βάσιμα συνάγεται»…