Δημοσιεύματα

Αθώοι και οι πέντε κατηγορούμενοι για την πορεία στις Σκουριές στις 9 Σεπτέμβρη του 2012

Πηγή: Στο Κόκκινο

Σταυρούλα Πουλημένη

Αθώους κήρυξε και τους πέντε κατηγορούμενους κατοίκους από την Χαλκιδική και την Θεσσαλονίκη το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης για μια υπόθεση που αφορούσε μια από τις μαζικότερες κινητοποιήσεις που έγινε στις Σκουριές στις 9 Σεπτεμβρίου του 2012, με αίτημα να σταματήσει η καταστροφή της περιοχής από την δραστηριότητα της Ελληνικός Χρυσός.

Το δικαστήριο διαπίστωσε μετά από τις καταθέσεις των μαρτύρων, το υλικό της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων ότι κανένας από τους τέσσερις κατηγορούμενους δεν διέπραξε τα αδικήματα της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών από κοινού και της έκρηξης από κοινού, ο πέμπτος δε δεν βρίσκονταν καν στην συγκεκριμένη διαδήλωση.

Η δίκη είχε ξεκινήσει την περασμένη Τρίτη και διακόπηκε μετά την κατάθεση αρκετών μαρτύρων κατηγορίας οι οποίοι δήλωσαν ότι δεν αναγνωρίζουν κανέναν από τους κατηγορούμενους ούτε τους είδαν να διαπράττουν καμία από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται. Η εισαγγελέας ζήτησε εκείνη την ημέρα να διακοπεί η δίκη προκειμένου να κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας ένας αστυνομικός υπάλληλος που τότε απουσίαζε.

Ο συγκεκριμένος αστυνομικός ήταν και ο μόνος που στην αρχική του κατάθεσή μήνες μετά την πορεία ανέφερε ότι και οι πέντε συμμετείχαν στα επεισόδια και ότι ταυτοποιήθηκαν από φωτογραφίες και βίντεο καθώς και ότι ο ίδιος που βρισκόταν περίπου 40 μέτρα μακρυά από τους διαδηλωτές πίσω από τα ΜΑΤ μπορούσε να τους αναγνωρίσει.

Ερωτηθείς σήμερα αν γνωρίζει τους κατηγορούμενους ο ίδιος απάντησε ότι μετά από πολύμηνη έρευνα αυτός μαζί με την υπηρεσία του κατέληξαν στην ταυτοποίηση κάποιων ανθρώπων, εκ των οποίων κάποιους τους γνώριζε γιατί πρωτοστατούσαν στις διαδηλώσεις. Οι συνήγοροι αλλά και η εισαγγελέας διερωτήθηκαν για ποιο λόγο υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ της σημερινής και της αρχικής του κατάθεσης χωρίς ο ίδιος να δίνει πειστικές απαντήσεις, γεγονός που δημιούργησε θέμα αξιοπιστίας του μάρτυρα. Επιπλέον ο ίδιος και παρά τις καταγγελίες μαρτύρων και συνηγόρων ότι άνδρες με πολιτικά κατέγραφαν τα πρόσωπα των διαδηλωτών κατά τη διάρκεια ελέγχων της αστυνομίας πριν και κατά τη διάρκεια της πορείας, δήλωσε ότι δεν γνώριζε ποιος βιντεοσκοπούσε. Κατέθεσε επιπλέον ότι κατά τη διάρκεια της πορείας κινδύνευσε ο ίδιος και άλλοι αστυνομικοί, κάτι που δεν αναφερόταν ούτε στην αρχική του κατάθεση αλλά ούτε στις καταθέσεις των υπολοίπων αστυνομικών.

Από την κατάθεση του εν λόγω αστυνομικού άξιο προσοχής είναι ότι η ταυτοποίηση των κατηγορουμένων έγινε από υλικό βίντεο με τη βοήθεια “πληροφοριοδότη”, δικών του περιπολιών στο χωριό και συλλογή στοιχείων αλλά και ενός “αρχείου” της αστυνομίας που δεν διευκρινίστηκε τι είδους πληροφορίες περιελάμβανε. Οι συνήγοροι υπεράσπισης μάλιστα έμειναν έκπληκτοι όταν διαπίστωσαν ότι ο πέμπτος κατηγορούμενος που δήλωνε ότι δεν βρίσκονταν καν στην πορεία ταυτοποιήθηκε από αυτό το αρχείο της αστυνομίας, κάνοντας λόγο για καταστάσεις που παραπέμπουν σε άλλες εποχές. Να σημειωθεί ότι αρχικά στην θέση του πέμπτου κατηγορούμενου βρίσκονταν ο συνονόματος ξάδερφός του, ο οποίος εκείνη την ημέρα βρίσκονταν μαζί του στο σπίτι του στην Μ. Παναγιά και όχι στην διαδήλωση.

Σύμφωνα, μάλιστα με τους συνηγόρους των κατοίκων, έχει καταστεί φανερό ότι η αστυνομία κρατούσε φακέλους και συνέλεγε στοιχεία μελών του κινήματος ενάντια στις εξορύξεις χρυσού με βάσή το φρόνημά τους από ελέγχους που γίνονταν τόσο πριν τις διαδηλώσεις όσο και κατά τη διάρκεια συγκεντρώσεων συμπαράστασης σε άλλες δίκες που αφορούσαν τους κατοίκους της Χαλκιδικής. Έτσι, δημιουργήθηκε μια βάση δεδομένων που μαζί με την μαζική και παράνομη λήψη DNA από την αστυνομία, χρησιμοποιήθηκε για την δημιουργία μιας βιομηχανίας διώξεων εναντίον του κινήματος και η οποία μόνο στόχο είχε την τρομοκράτηση των ανθρώπων που εναντιώνονταν στην εξόρυξη χρυσού με βάση και το τότε κυβερνητικό δόγμα της επιβολής «της επένδυσης με κάθε κόστος».

Χαρακτηριστικό ακόμη του πως η αστυνομία έστηνε τις δικογραφίες ήταν τα αντικείμενα που επικαλείται ότι συνελέχθησαν από τον τόπο της διαδήλωσης (βόμβες μολότωφ κ.α) και τα οποία δήθεν είχαν αφήσει διαδηλωτές. Από την δικογραφία προέκυψε ότι τα αντικείμενα αυτά τα είχαν συλλέξει εργαζόμενοι στη εταιρεία κατά δήλωσή τους και όχι αστυνομικοί, μία μέρα πριν την διαδήλωση χωρίς κανένας να γνωρίζει από ποιο σημείο, πως, με ποια διαδικασία και για ποιον σκοπό βρέθηκαν εκεί.

Μάρτυρας υπέρασπισης που κατέθεσε σήμερα στο δικαστήριο μίλησε για τα όσα συνέβησαν σε εκείνη την διαδήλωση τονίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της πορείας τα ΜΑΤ έριχναν σε ευθεία βολή προς τους διαδηλωτές δακρυγόνα και κροτίδες κρότου λάμψης με αποτέλεσμα μία εξ αυτών να τον χτυπήσει στην πλάτη, να του προκαλέσει αιμόπτυση, διάρρηξη του πνεύμονα ενώ στη συνέχεια και αφού μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο τραυματισμένος αναγκάστηκε να υποβληθεί σε αφαίρεση σπλήνας. Εκρήξεις, σύμφωνα με τον ίδιο δεν προκλήθηκαν από τους διαδηλωτές αλλά από την ίδια την αστυνομία που έριχνε μαζικά κροτίδες κρότου λάμψης. Ο κόσμος, όπως δήλωσε, έτρεχε πανικόβλητος επί ώρα στο δάσος για να γλιτώσει τα δακρυγόνα καθώς η απρόκλητη επίθεση της αστυνομίας εντάθηκε όταν άρχισε να νυχτώνει με αποτέλεσμα να τραυματιστούν πολλοί διαδηλωτές.

Από τις ερωτήσεις και αγορεύσεις των συνηγόρων αποδείχθηκε επιπλέον ότι τα βίντεο που χρησιμοποιήθηκαν και δήθεν ταυτοποιούσαν τους κατηγορούμενους αποτελούσαν προϊόν μοντάζ, καθώς όπως ανέφεραν, όταν η ανακρίτρια ζήτησε το ακατέργαστο και πρωτότυπο υλικό αυτό, σύμφωνα με τις τότε δηλώσεις των αστυνομικών,…είχε καταστραφεί. Είναι σημαντικό ότι οι δικηγόροι των κατοίκων κατήγγειλαν ήδη από το 2013 την μέθοδο μονταρισμένων από την αστυνομία βίντεο για την κατασκευή διογκωμένων κατηγορητηρίων εναντίον των μελών του κινήματος που μέχρι και σήμερα με ψυχικό και οικονομικό κόστος σέρνονται στα δικαστήρια.

Τόσο οι συνήγοροι όσο και ο πρώτος κατηγορούμενος στην απολογία του περιέγραψε το κλίμα εκείνης της περιόδου αναφέροντας ότι μετά τον εμπρησμό του εργοταξίου τον Φεβρουάριο του 2013 “κατασκευάστηκαν” πολλές δικογραφίες μεταξύ αυτών και η σημερινή καθώς υπήρχε σχετική πολιτική εντολή με την αστυνομία να καλείται να υπερασπιστεί μια εξόρυξη που θα καταστρέψει το φυσικό περιβάλλον και θα δημιουργήσει προβλήματα στην υγεία των κατοίκων.

«Προκειμένου να λειτουργήσει μια βαριά βιομηχανία εξόρυξης χρυσού χρειάζεται μια βαριά βιομηχανία κατασκευής διώξεων» είπε χαρακτηριστικά στην απολογία του. Οι άλλοι τρεις κατηγορούμενοι δήλωσαν ότι εκείνη την ημέρα διαδήλωσαν για την υπεράσπιση του νερού και του φυσικού τους πλούτου ενώ ο πέμπτος που αποτελούσε και την “καφκική” περίπτωση της δίκης επανέλαβε ότι δεν συμμετείχε στην συγκεκριμένη διαδήλωση πράγμα που αποδεικνυόταν και από τις φωτογραφίες που υπάρχουν στην δικογραφία.

Η εισαγγελέας πρότεινε την απαλλαγή και των πέντε κατηγορουμένων, πρόταση με την οποία συντάχθηκε το δικαστήριο.