Δημοσιεύματα

Καναδάς: Βιομηχανία μεταλλευμάτων, η βασίλισσα της χώρας

Αναδημοσίευση από την Le Monde Diplomatique
Deneault Alain , Sacher William , [Βασιλοπούλου Κορίνα (μτφ)]

Ο πυρετός της εξόρυξης υδρογονανθράκων, άνθρακα και μετάλλων, πρωταγωνιστεί συχνά στην επικαιρότητα, όπως τον περασμένο Ιούλιο, μετά την έκρηξη ενός τραίνου φορτωμένου με πετρέλαιο, στην πόλη Λακ-Μεγκαντίκ. Το Τορόντο, ωστόσο, επιδίδεται και σε μια λιγότερο γνωστή όψη της συγκεκριμένης δραστηριότητας : την εγγραφή στο χρηματιστήριο των διεθνών γιγάντων της μεταλλευτικής, υπό τη σκέπη ενός φορολογικού και νομικού παραδείσου.

« Στη μεταλλευτική βιομηχανία, σε γενικές γραμμές, τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου προέρχονται από τον Καναδά », δηλώνει με τόνο που δεν σηκώνει αντιρρήσεις ο Βέλγος μηχανολόγος Ρενέ Νολβό, υπεύθυνος ενός ορυχείου χαλκού στην επαρχία Κατάνγκα στο Κονγκό [1]. Όντως, το 75% των μεταλλευτικών εταιρειών σε όλον τον κόσμο, όταν θέλει να εγγραφεί στο χρηματιστήριο επιλέγει τη συγκεκριμένη χώρα και, από αυτές, το 60% εγγράφεται στο Toronto Stock Εxchange (TSX). Την περίοδο 2007- 2011, 220 εκατομμύρια δολάρια Καναδά διοχετεύθηκαν στη μετοχική χρηματοδότηση του τομέα των μεταλλευμάτων –πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου διεθνώς- γεγονός που τοποθετεί τον Καναδά πολύ μπροστά από τον άμεσο ανταγωνιστή του, το χρηματιστήριο του Λονδίνου (London Stock Exchange/LSE). Το 2011, το 90% των μετοχών που πουλήθηκαν από τον μεταλλευτικό τομέα εκδόθηκαν από το TSX [2].

Αυτός ο άθλος, τον οποίο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρουσιάζει ως « κινητήριο δύναμη της ευημερίας του Καναδά » [3] τσαλακώνει την ειδυλλιακή εικόνα που επιμένει να προβάλλει η χώρα για τον εαυτό της εδώ και δεκαετίες : αυτή μιας ειρηνικής γης που εργάζεται για το καλό της ανθρωπότητας. Σε διάφορα σημεία του κόσμου, κοινοβουλευτικές επιτροπές, δικαστήρια, πάνελ με ειδικούς του ΟΗΕ, ανεξάρτητοι παρατηρητές και ρεπόρτερ καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να καταγγείλουν τις καταχρηστικές μεθόδους, αν όχι τα εγκλήματα, που διαπράττουν ή στηρίζουν οι μεταλλευτικές εταιρείες με έδρα τον Καναδά. Διαφθορά, φοροδιαφυγή, θεσμοθετημένη λεηλασία, εκτεταμένη ρύπανση, βλάβες στη δημόσια υγεία, βίαιες απαλλοτριώσεις, δολοφονίες διαδηλωτών, συνέργεια σε βιασμούς και δολοφονίες όσων αντιτίθενται στα σχέδια για εξόρυξη, δίκες – παρωδία, ποινικοποίηση της πολιτικής διαμαρτυρίας, λαθρεμπόριο όπλων… : ο κατάλογος είναι ατελείωτος.

Ο Καναδάς υποδέχεται τη μεταλλευτική βιομηχανία με ανοιχτές αγκάλες. Είτε, μάλλον, προσαρμόζει τους κανονισμούς του και το φορολογικό του καθεστώς με τρόπο ώστε να διευκολύνει τη χρηματοδότησή της και να της παρέχει προστασία σε νομικό και διπλωματικό επίπεδο. Έτσι, Αυστραλοί, Ισραηλινοί, Σουηδοί, αλλά και Βέλγοι, Αμερικανοί κ.ά. πηγαίνουν εκεί για να δηλώσουν τις δικές τους εταιρείες έρευνας ή εκμετάλλευσης. Όχι μόνο με στόχο να επωφεληθούν από τον φυσικό πλούτο της χώρας, αλλά και για να εκμεταλλευτούν τον πλούτο που αποκόμισαν από το Εκουαδόρ, τη Χιλή, τη Ζάμπια, την Μπουρκίνα Φάσο, την Ινδονησία ή τη Ρουμανία. Περίπου τα μισά από τα σχέδια εξόρυξης που είναι εγγεγραμμένα στο TSX βρίσκονται εκτός Καναδά, ενώ πολλές εταιρείες με έδρα το Τορόντο δεν κατέχουν κανένα περιουσιακό στοιχείο στη χώρα.

Αυτό που τις προσελκύει τόσο, είναι, πάνω απ’ όλα, η ευκολία με την οποία μια επιχείρηση μπορεί να δηλωθεί στο χρηματιστήριο και να αξιοποιήσει τα πλασματικά της κοιτάσματα. Το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι των 1.600 μεταλλευτικών εταιρειών του Τορόντο είναι της κατηγορίας junior, δηλαδή εταιρείες που ασχολούνται αποκλειστικά με τη διερεύνηση και τον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων. Είναι, δηλαδή, μικρές και δεν διαθέτουν το απαραίτητο οικονομικό, τεχνικό, ανθρώπινο και πολιτικό δυναμικό για να εκμεταλλευτούν βιομηχανικά ορυχεία. Οπότε, αντλούν τα κέρδη τους από τον χρηματιστηριακό τζόγο γύρω από κάποια υποτιθέμενα κοιτάσματα.
Δικαστική ασυλία

Στις χώρες του Νότου, οι juniors επωφελήθηκαν από τις μεταρρυθμίσεις που προωθούσε η Παγκόσμια Τράπεζα τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 και οι οποίες εγκαθίδρυσαν το σύστημα ελεύθερης εξόρυξης (ή free mining), εξασφαλίζοντας στις επιχειρήσεις απεριόριστη πρόσβαση στο υπέδαφος. Όταν, ύστερα από σκληρή προκαταρκτική έρευνα ή, πιο συχνά, χάρη στην αγορά πληροφοριών από ντόπιους παράγοντες, μια εταιρδία junior ανακαλύπτει ένα κερδοφόρο κοίτασμα, η πιο συνηθισμένη κατάληξη είναι να πουληθεί σε μια major (μεγάλη) εταιρεία εκμετάλλευσης, παραχωρώντας της έτσι ένα σχέδιο « έτοιμο προς υλοποίηση », ως αποτέλεσμα μιας επικερδούς επιχείρησης στο χρηματιστήριο. Αυτή η πρακτική είναι παγκοσμίως διαδεδομένη, σε σημείο μάλιστα κρατικές κινεζικές εταιρείες, καθώς και majors από τη Δύση, να εξαγοράζουν σήμερα juniors του Τορόντο στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική.

Από τότε που ξεκίνησε η δραστηριότητα γύρω από τους καναδικούς τίτλους μεταλλευμάτων, στα μέσα του 19ου αιώνα, το Τορόντο έγινε θέατρο πολλών παρανομιών και σκανδάλων που σχετίζονταν με τις junior. Τη δεκαετία του 1960, κάτι ανυπόστατες φήμες για την ανακάλυψη χαλκού, αργύρου και αλουμινίου προκάλεσαν ξέφρενο ενθουσιασμό γύρω από τον τίτλο της εταιρείας Windfall, κάνοντας άνω-κάτω το χρηματιστήριο. Τη δεκαετία του 1990, η Bre-X, μια εταιρεία έρευνας, πασπάλισε με χρυσό δείγματα βράχων, προκειμένου να πείσει ότι προέρχονταν από κοίτασμα υψηλής ποιότητας… Οι υπεύθυνοι για αυτές τις απάτες δεν καταδικάστηκαν ποτέ από την καναδική δικαιοσύνη.

Το Τορόντο αποδεικνύεται, έτσι, για αυτές τις εταιρείες, αληθινός παράδεισος σε ό,τι έχει σχέση με κεφάλαια υψηλού κινδύνου –βλέπε οικονομία του τζόγου. Η έρευνα για μεταλλευτικά κοιτάσματα είναι μια εξ ορισμού τζογαδόρικη δραστηριότητα : δεν μπορείς να ξέρεις ποτέ τι κρύβει το υπέδαφος αν δεν ανοίξεις πρώτα ένα ορυχείο. Οι ειδικοί σε αυτόν τον τομέα εκτιμούν ότι, σε γενικές γραμμές, οι πιθανότητες να έχει επιτυχή κατάληξη μια επιχείρηση έρευνας είναι από μία στις πεντακόσιες έως μία στις χίλιες. Μια επιτυχία που εξαρτάται από τη μορφολογία του εδάφους, την προσβασιμότητά του, αλλά και από τις διακυμάνσεις των διεθνών τάσεων, την πρόοδο της τεχνολογίας ή ακόμα και από το κατά τόπους πολιτικό κλίμα. Η αγορά μετοχών μιας junior ισοδυναμεί με το να ποντάρεις σε ένα νούμερο στη ρουλέτα.

Οι Γάλλοι το έμαθαν αυτό πρόσφατα, και, μάλιστα, με κόστος. Η δημόσια εταιρεία Areva αγόρασε, το 2007ε την καναδική UraMin… για να ανακαλύψει ότι τα κοιτάσματα που της είχε υποσχεθεί η εν λόγω junior ήταν πολύ πιο δύσκολα εκμεταλλεύσιμα απ’ όσο προβλεπόταν αρχικά και, το σημαντικότερο, ήταν υπερτιμημένα κατά 20%. Όλα αυτά, μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο όπου η πορεία του ουρανίου ήταν φθίνουσα. Δεν είναι εύκολο να μάθουμε πόσα ακριβώς στοίχισε αυτή η λάθος κρίση στον Γάλλο φορολογούμενο. Ξέρουμε, ωστόσο, ότι, μετά την αγορά της UraΜin προς 1,8 δισεκατομμύρια δολάρια, η Areva υποχρεώθηκε να προχωρήσει σε υποτίμηση του ενεργητικού της κατά 426 εκατομμύρια, το 2010.

Αν είναι τόσο εύκολος ο τζόγος με τους τίτλους μεταλλευμάτων στο TSX, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η χρηματιστηριακή αγορά του Τορόντο επέτρεπε ανέκαθεν στις εταιρείες να καλλιεργούν την αβεβαιότητα ως προς το πραγματικό δυναμικό των υποτιθέμενων κοιτασμάτων τους. Για παράδειγμα, είναι δυνατό να παίζεις με τις έννοιες « αποθέματα » και « πόροι », παρόλο που η πρώτη σημαίνει διαπιστωμένη και ακριβή εκτίμηση των δυνατοτήτων ενός κοιτάσματος και η δεύτερη μια χοντρική εκτίμηση, βασισμένη κυρίως σε προβολές γεωλογικών δεδομένων.

Κάποιοι ιδιαιτέρως διφορούμενοι κανόνες ευνοούν την κατάκτηση νέων χώρων για την εκμετάλλευση μεταλλευμάτων, μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η άνοδος των αναδυόμενων κρατών εκτόξευσε στα ύψη τη ζήτηση για ορυκτούς πόρους –η Κίνα, για παράδειγμα, δεκαεπταπλασίασε την κατανάλωσή της την τελευταία εικοσαετία. Συμβαίνει, μάλιστα, οι juniors να επενδύουν περισσότερα σε καμπάνιες μάρκετινγκ για πιθανούς αγοραστές, παρά στην αναζήτηση νέων κοιτασμάτων. Μια διαδικασία που ανοίγει την πόρτα στις απάτες που προαναφέραμε.

Άλλο πλεονέκτημα για τις μεταλλευτικές εταιρείες : οι καναδικές αρχές, τόσο οι ομοσπονδιακές όσο και οι περιφερειακές, παροτρύνουν τους μικροκαταθέτες να επενδύουν στον εν λόγω τομέα μέσω ευνοϊκών φορολογικών πολιτικών. Οι « μετοχές ροής » που επιτρέπουν στους κατόχους μεταλλευτικών τίτλων να επωφελούνται από κάποιες εξαιρετικές φορολογικές ελαφρύνσεις, έγιναν για την κυβέρνηση ο μοχλός για την προώθηση του ερευνητικού τομέα. Τα συνταξιοδοτικά κεφάλαια, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι τράπεζες –οι θεσμοί, δηλαδή, στους οποίους οι Καναδοί καταθέτες εμπιστεύονται τα υπάρχοντά τους– και οι ιδιώτες, έχοντας την υποστήριξη της κυβέρνησης, επενδύουν μαζικά στις μεταλλευτικές δραστηριότητες, παρέχοντας έτσι τα κεφάλαια τα οποία χρηματοδοτούν τα σχέδια έρευνας και εκμετάλλευσης σε ολόκληρο τον κόσμο. Περίπου 185 εταιρείες του Τορόντο δραστηριοποιούνται στην Αφρική, 286 στη Λατινική Αμερική, 315 στην Ευρώπη και 1.275 στις ΗΠΑ [4].

Η διπλωματία και οι διάφορες καναδικές υπηρεσίες έχουν αυξήσει και αυτές κατά πολύ τις παροχές τους προς τη μεταλλευτική βιομηχανία. Δεν φείδονται προσπαθειών για να ασκούν πιέσεις στις αρχές των χωρών όπου δραστηριοποιούνται οι εταιρείες του Τορόντο –καταφεύγοντας, εν ανάγκη, στη βία– ώστε να μπορούν αυτές να συμμετέχουν στις απαραίτητες απαλλοτριώσεις. Τις παροτρύνουν, μάλιστα, να εκδίδουν μεταλλευτικούς κώδικες κομμένους και ραμμένους στα μέτρα τους, να προσαρμόζουν το έδαφος στα συμφέροντά τους, να τους δίνουν πρόσβαση στους ενεργειακούς και υδάτινους πόρους, καθώς και στα δίκτυα μεταφοράς. Αν είναι δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια αυτή η επιρροή, ορισμένα παραδείγματα μιλούν από μόνα τους. Για παράδειγμα, η Καναδική Υπηρεσία για τη Διεθνή Συνεργασία χρηματοδότησε τη μεταρρύθμιση του μεταλλευτικού κώδικα στο Περού και στην Κολομβία, όπως, επίσης, και ένα μεγάλο φράγμα στο Μάλι, το οποίο τροφοδοτεί με ενέργεια την εκμετάλλευση μεταλλευμάτων στο δυτικό τμήμα της χώρας…

Τέλος, για τη βιομηχανία, ο Καναδάς εμφανίζεται ως παράδεισος και από νομικής πλευράς. Βέβαια, σύμφωνα με τους κανόνες του χρηματιστηρίου του Τορόντο, οι μεταλλευτικές βιομηχανίες οφείλουν να δίνουν στη δημοσιότητα κάθε πληροφορία σχετικά με την πολιτική αστάθεια και τις περιβαλλοντικές βλάβες που προκαλούν… αλλά, μόνο αν αυτές οι πράξεις κινδυνεύουν να επηρεάσουν την αξία των μετοχών τους. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι οι πιθανότητες να βρει κανείς το δίκιο του στα δικαστήρια του Καναδά για τις αναρίθμητες αυθαιρεσίες των μεταλλευτικών εταιρειών είναι ελάχιστες, γεγονός που προκαλεί τη μήνη διαφόρων διεθνών οργανώσεων. Η έκθεση της Oxford Pro Bono Publico σημειώνει με έκπληξη τις δυσκολίες που συναντούν οι πολίτες που επιδιώκουν την ποινική δίωξη των καναδικών επιχειρήσεων εκτός των εθνικών τους συνόρων [5]. Όσο για τον Οργανισμό για την Οικονομική Συνεργασία και την Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ), κατηγορεί την κυβέρνηση του Καναδά ότι δεν τιμωρεί, όπως έχει δεσμευθεί, τις επιχειρήσεις με έδρα το Τορόντο, οι οποίες αποδεικνύονται υπεύθυνες για πολιτική διαφθορά στο εξωτερικό.

Ειδικοί του ΟΗΕ, μάλιστα, έχουν δώσει εντολή στον Καναδά να διεξαγάγει έρευνες για τις επιχειρήσεις που παραβίασαν τις κατευθυντήριες αρχές του ΟΟΣΑ στο κεφάλαιο της δεοντολογίας : « Οι κατευθυντήριες αρχές του ΟΟΣΑ προσφέρουν (…) έναν μηχανισμό, ο οποίος επιτρέπει να γνωστοποιηθούν στις κυβερνήσεις των χωρών προέλευσης, των χωρών δηλαδή στις οποίες είναι δηλωμένες αυτές οι επιχειρήσεις, οι παραβάσεις των αρχών που αυτές διαπράττουν. Οι κυβερνήσεις, στη δικαιοδοσία των οποίων εντάσσονται αυτές οι επιχειρήσεις, καθίστανται συνυπεύθυνες εάν δεν λαμβάνουν τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα », γράφουν ρητά οι παρατηρητές του ΟΗΕ[« Rapport final du groupe d’experts sur l’exploitation illégale des ressources naturelles et autres formes de richesse de la République démocratique du Congo », S/2002/1146, § 170, OΗΕ, 16 Οκτωβρίου 2002, http://www.un.org.]]. Ως απάντηση, η συντηρητική κυβέρνηση του Στίβεν Χάρπερ [6] εξέδωσε ντιρεκτίβα τον Μάρτιο του 2009, με τίτλο « Ενισχύοντας την υπεροχή του Καναδά », η οποία προβλέπει τη διάθεση ενός « συμβούλου σε θέματα δεοντολογίας », χωρίς όμως καμία εξουσία…

Στην οργάνωση αυτής της βιομηχανίας, οι juniors χρησιμεύουν στο να προλειαίνουν το έδαφος, όχι μόνο με την κυριολεκτική έννοια, αλλά και με την πολιτική και την οικονομική. Αληθινά « ψάρια-οδηγοί » για τους καρχαρίες που έπονται, αυτές οι μικρές επιχειρήσεις είναι οι πρώτες που έρχονται αντιμέτωπες με την αντίσταση που ενδεχομένως να προκαλέσει η παρουσία και η δράση των μεταλλευτικών εταιρειών. Η καναδική νομοθεσία πάντως τις προφυλάσσει από τυχόν διώξεις. Επίσης, όμως, προσφέρει κι ένα απάνεμο λιμάνι στον τομέα της εκμετάλλευσης και στις majors : τους επιτρέπει να ανταποκρίνονται στην τάση για γιγαντισμό της μεταλλευτικής εκμετάλλευσης και να αγνοούν ανενόχλητες τις βαριές περιβαλλοντικές και υγειονομικές συνέπειές του.

Η υπερεκμετάλλευση με τη μέθοδο της ανοιχτής εξόρυξης παράγει όντως μάζες από τοξικά κατάλοιπα και μπορεί, με αυτόν τον τρόπο, να ρημάξει κάποια εδάφη για ολόκληρους αιώνες. Ποτέ, όμως, οι επενδυτές του χρηματιστηρίου του Τορόντο δεν θα ενημερωθούν για αυτές τις συνέπειες, αφού οι κανόνες του διασφαλίζουν τη σιωπή ως προς το θέμα. Και όταν οι πολίτες, ύστερα από άγριο αγώνα, κατορθώσουν να τραβήξουν την προσοχή των διεθνών ΜΜΕ πάνω σε αυτά τα γεγονότα, οι γίγαντες της μεταλλουργίας μπορούν να είναι βέβαιοι ότι τα καναδικά δικαστήρια δεν θα δώσουν ποτέ συνέχεια στις όποιες δικαστικές διώξεις ασκηθούν εναντίον τους.
Notes

[1] Αναφορά από την ταινία του Thierry Michel, « Katanga Business », Les Films de la passerelle, Λιέγη, 2009.

[2] « A Capital Opportunity – Mining », Toronto Stock Exchange, 2012.

[3] « Renforcer l’avantage canadien : stratégie de responsabilité sociale des entreprises (RSE) pour les sociétés extractives canadiennes présentes à l’étranger », υπουργείο Εξωτερικών και Διεθνούς Εμπορίου, Οτάβα, Μάρτιος 2009.

[4] ό.π.

[5] « Obstacle to justice and redress for victims of corporate human rights abuses », Oxford Pro Bono Publico, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, 3 Νοεμβρίου 2008

[6] Βλ. Marc-Olivier Bherer, « Καναδοί, συντηρητικοί και φιλοπόλεμοι ».