Δημοσιεύματα

Η ΄Σκουριά΄ της Περιβαλλοντικής Δικαιοσύνης

Από το Ποντίκι – Ρεπόρτερ στο Δρόμο

Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη στις «Σκουριές» της Βορείου Ανατολικής Χαλκιδικής έχει επιλυθεί κατά τον εξής τρόπό από τους ‘εκσυγχρονιστές’ της νομιμότητας: να κρατηθούν τα υποκείμενα εκτός ισσοροπίας και να περιθωριοποιηθούν διαμέσο της καταστολής. Αυτός ο κανονιστικός σκοπός επιτυγχάνει να διαχωρίσει την κοινωνία απο την ‘βιόσφαιρα’ των κρατικών σχέσεων.

Ο προστατευτισμός της κυβέρνησης προς την μεταλλευτική ‘ανάπτυξη’ εις βάρος της αειφορίας και της τοπικής κοινωνίας, αποτελείται από μηχανισμούς τρόπων διαχείρισης με βάση το δίκαιο της Ευρωπαικής νομικής διαδικασίας. Δεν νοιάζεται αν οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις του ανοιχτού ορύγματος επηρεάσουν δυσμενώς τον τόπο. Στόχος παραμένει η επιδίωξη προσαρμογής των πολιτών στα κατάγματα της εξουσίας της.

Κατ’ αυτό τον τρόπο οι τοπικές κοινωνίες αγνοούνται και μεταχειρίζονται ως αναχρονιστικές, συνεχιστές προ-νεωτερικών εποχών που πρέπει να παραμεριστούν υπό την αιτία της περιβαλλοντικής ‘ρύθμισης’ η οποια επιδιώκει συνεταιρισμούς μεταλλευτικής αναπτυξης με οποιοδήποτε οικολογικό και κοινωνικό κόστος. Η κυβέρνηση δεν καταλαβαίνει ότι ο ρόλος των πολιτών άλλαξε. Από χρήστες φυσικών πόρων και κρατικά υποκείμενα εξελίσσονται σε ιθύνοντες και διαμορφωτές διαχείρησης φυσικών πόρων ώστε να προστατεύσουν και να διατηρήσουν την κληρονομιά τους από τα δεινά της εξόρυξης χρυσού που τείνει να εξολοθρεύσει κάθε είδος ‘αστικής’ ύπαρξης. Οι πολίτες φερ΄ειπείν πιστεύουν ότι οι «Σκουριές» δεν είναι έρημη γη κι ούτε οι άνθρωποι αναλώσιμοι.

Η επιφανειακή εξόρυξη χρυσού στο όρος Κάκαβος προωθήται απο τους προμηθευτές της ‘πράσινης ανάπτυξης’ ώς δίκαια θέση η οποία υπηρετεί τους κατοίκους της περιοχής. Ερωτήματα που προκύπτουν από αυτή την θέση είναι:

Γιατί η εξορυξη παράγει περιβαλλοντικό πρόβλημα;

Ποιο το μέγεθος του οικολογικού αποτυπώματος και γιατί νομιμοποίηται;

Αλληλοαναιρείται ή απομονώνεται η οικονομική ανάπτυξη και η βιωσιμότητα;

Είναι δυνατή η αειφορική ανάπτυξη εφ΄όσον η μεταλλευτική εταιρεία δεν είναι διατεθειμένη να διατηρήση την φυσική κληρονομιά του τόπου;

Με ποιο τρόπο η διαφάνεια και η ευθύνη της βιωσιμότητας εξασφαλίζεται;

Γιατί η κυβέρνηση διαχειρίζεται την τοπική κοινωνία ως υποκείμενα του κράτους αντί ως συλλογικά κύτταρα τα οποία δύναται να αναπτύξουν σχέσεις παραγωγής με όλες τις αντιθέσεις τους;

Και σε τελική ανάλυση, τι συνιστά πολιτική δύναμη και ποιά τα πλαίσια εν σχέση με αυτούς που έχουν εξουσία και εκείνους χωρίς αυτήν;

Η διανεμητική ανισότητα της ρύπανσης που εστιάζεται στα τεχνολογικά θέματα της εξόρυξης, στενεύει ακόμη περισσότερο το εύρος και την δυναμική της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης. Οι τεχνολογικές διαστάσεις να ενταχθούν στην διαδικασία της δικαιοσύνης οριοθετούν την συμμετοχή των πολιτών στο τεχνολογικό σύστημα. Το σύστημα δεν ρωτάει από ποιούς αποτελείται και πως νομοθετήθηκε. Εφαρμόζοντας νεοφιλελεύθερη ευρωπαική πολιτική προς το περιβάλλον ως οντότητα, αντί ως συγκεκριμένο διάλογο περί φυσικών πόρων ειναι αδύνατον να ερμηνευθεί.

Η κλασσική ερώτηση «έχουν τα δέντρα νομική υπόσταση» προκαλεί την κοινή λογική της ανθρωποκεντρικής μας δημοκρατίας και των μεταρρυθμιστικών συστημάτων που προκαθορίζουν την φύση κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτελεί εμπόρευμα προς ώφελος της μεταλλευτικής οντότητας στην οποία έχει δωθεί νομική υπόσταση απο το κράτος. Στην δικιά μας κουλτούρα η Δήμητρα, θεά της γεωργίας, αντιπροσωπεύει την αρχαία παράδοση με την γη και παράλληλα όλες μας τις σχέσεις και τις προσδοκίες.

Αλλά σε ποιούς το οξυγόνο του Κάκαβου που παράγεται απο την φωτοσύνθεση ανήκει; Στην μεταλλευτική εταιρεία, στο κράτος ή στην τοπική κοινωνία;

Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη απαιτεί όχι μόνο οι ανάγκες και η παράδοση των τοπικών κοινωνιών να ληφθούν υπ΄όψιν, αλλά και η καθολική τους συμμετοχή, ουτως ώστε να υπάρχει λιγότερο νομικός διάλογος ευρωπαικού τύπου, όπως τα υπερ και τα κατα της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, και περισσότερο μια συνομιλία σχέσεων και αλληλοεξάρτησης του τρόπου ζωής εν συμφωνία με τους νόμους της βιωσιμότητας.

Ο περιβαλλοντικός διάλογος στην γη των «Σκουριών» προυποθέτει αναγνώριση βιώσιμων αξιών πέρα από τις περιγραφικές συνταγές της ανάπτυξης. Δεν είναι ατύχημα ότι οι πολίτες δίνουν μάχη για την επιβίωσή τους. Το νομικίστικο σύστημα, εκ του οποίου η έννοια νόμος δεν συσχετίζεται με την έκρηξη των περιβαλλοντικών και κοινωνικών προβλημάτων, αφαιρεί το δικαίωμα των πολιτών από την γη της παράδοσης επειδή καταστρέφει τους φυσικούς πόρους και επεξεργάζεται την ιστορία τους με το πνεύμα του ευρωκεντρισμού. Η διάγνωση της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης ως πολυφωνική συνομιλία για την κατανόηση των τοπικών προβλημάτων, συνηγορία, κινητοποίηση, και ως πολιτική αρχή, φανερώνει το βαρύ φορτίο αδικίας που επιβάλλει το κράτος των Αθηνών στη γη του Αριστοτέλη γιατί είναι αντίπαλος των πολιτών.

Οι πολίτες των «Σκουριών», και όχι μόνον, έχουν ηθική υποχρέωση να ζουν κατά τρόπο ο οποίος παράγει περιβαλλοντική βιωσιμότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.