Ανακοινώσεις

Καταδίκη της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

ΠΗΓΗ: Court of Justice of the European Union

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 17ης Οκτωβρίου 2013 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Κρατικές ενισχύσεις – Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση ενισχύσεως – Μη εκτέλεση»

Στην υπόθεση C‑263/12,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 25 Μαΐου 2012,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Πατακιά και τον B. Stromsky, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τους Π. Μυλωνόπουλο, Κ. Μπόσκοβιτς, Γ. Κανελλόπουλο και τη Μ. Καραγεώργου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Borg Barthet, πρόεδρο του έκτου τμήματος, ασκούντα καθήκοντα προέδρου του τμήματος, E. Levits (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 48/2008 (πρώην NN 61/2008) που εφάρμοσε η Ελλάδα υπέρ της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ, και, εν πάση περιπτώσει, μην ενημερώνοντας επαρκώς την Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4 της αποφάσεως αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 έως 4 της εν λόγω αποφάσεως και από τη Συνθήκη ΛΕΕ.

Το νομικό πλαίσιο

2  Η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 83, σ. 1), έχει ως εξής:

«[Εκτιμώντας] ότι, στις περιπτώσεις παράνομων ενισχύσεων που δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, θα πρέπει να αποκαθίσταται αποτελεσματικός ανταγωνισμός· ότι, για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να ανακτάται αμελλητί η ενίσχυση, περιλαμβανομένων και των τόκων· ότι είναι σκόπιμο η ανάκτηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας· ότι η εφαρμογή των διαδικασιών αυτών δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εμποδίζοντας την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής· ότι, για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της απόφασης της Επιτροπής».

  Το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη απόφασης του Δικαστηρίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] κατ’ εφαρμογή του άρθρου [278 ΣΛΕΕ], η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής. Για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που διαθέτουν στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη της […] νομοθεσίας [της Ένωσης].»

4        Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Εφόσον το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με μια υπό όρους ή αρνητική απόφαση, και ιδίως στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14, η Επιτροπή μπορεί να προσφεύγει απευθείας στο Δικαστήριο […], σύμφωνα με το άρθρο [108,] παράγραφος 2[, ΣΛΕΕ].»

Ιστορικό της διαφοράς

Η απόφαση Ε(2011) 1006 τελικό

5        Το άρθρο 1 της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό ορίζει ότι η πώληση περιουσιακών στοιχείων και γης υπέρ της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ σε τιμή κατώτερη της αξίας τους και με απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής των συνδεόμενων φόρων είναι ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

6        Το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής προβλέπει τα εξής:

«1.      Η Ελλάδα ανακτά από τον αποδέκτη την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1.

2.      Τα ανακτώμενα ποσά βαρύνονται με τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής τους ανάκτησης.

[…]»

7        Το άρθρο 3 της εν λόγω αποφάσεως διευκρινίζει ότι η ανάκτηση είναι άμεση και αποτελεσματική, ενώ η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να διασφαλίσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία της κοινοποιήσεώς της.

8        Το άρθρο 4 της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό έχει ως εξής:

«1.      Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Ελλάδα υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή:

α)      το συνολικό ποσό (αρχικό κεφάλαιο και τόκους ανάκτησης) που θα πρέπει να ανακτηθεί από τον δικαιούχο·

β)      ακριβή περιγραφή των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν για τη συμμόρφωση προς την παρούσα απόφαση·

γ)      έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν ότι ζητήθηκε από τον δικαιούχο η επιστροφή της ενίσχυσης.

2.      Η Ελλάδα τηρεί την Επιτροπή ενήμερη σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης μέχρι την ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1. Εφόσον ζητηθεί εκ μέρους της Επιτροπής, η Ελλάδα παρέχει αμελλητί όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει ή πρόκειται να λάβει για να συμμορφωθεί προς την παρούσα απόφαση. Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά της ενίσχυσης και των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί από τον δικαιούχο.»

Οι συζητήσεις που προηγήθηκαν της ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής

9        Η απόφαση Ε(2011) 1006 τελικό κοινοποιήθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία στις 23 Φεβρουαρίου 2011.

10      Το ως άνω κράτος μέλος ζήτησε, με έγγραφο της 19ης Απριλίου 2011, παράταση δύο μηνών προκειμένου να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό, χωρίς να αιτιολογήσει το αίτημα αυτό.

11      Η Επιτροπή, δεδομένου ότι η προθεσμία δύο μηνών που όριζε το άρθρο 4 της αποφάσεως αυτής έληξε στις 23 Απριλίου 2011, υπενθύμισε, με έγγραφο της 19ης Μαΐου 2011, στις ελληνικές αρχές τις υποχρεώσεις που υπείχαν δυνάμει της εν λόγω αποφάσεως. Το ως άνω θεσμικό όργανο έταξε στην Ελληνική Δημοκρατία προθεσμία δέκα ημερών για να το ενημερώσει για τα μέτρα που το εν λόγω κράτος μέλος είχε λάβει προκειμένου να εφαρμόσει την απόφαση αυτή.

12      Δεδομένου ότι η προθεσμία τεσσάρων μηνών που όριζε το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό έληξε στις 23 Ιουνίου 2011, χωρίς νεότερα από τις ελληνικές αρχές, η Επιτροπή τους απέστειλε έγγραφο, με ημερομηνία 14 Ιουλίου 2011, με το οποίο υπενθύμισε τις υποχρεώσεις που υπείχε η Ελληνική Δημοκρατία. Επιπλέον, κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να της υποβάλει, εντός 30 εργασίμων ημερών, επικαιροποιημένη ενημέρωση σχετικά με την ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως, διότι άλλως θα προσέφευγε ενώπιον του Δικαστηρίου.

13      Οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή, στις 8 Μαΐου 2012, το από 25 Απριλίου 2012 έγγραφο που είχαν απευθύνει στην Ελληνικός Χρυσός ΑΕ, με το οποίο απαιτούσαν από την επιχείρηση αυτή την επιστροφή της παράνομης ενισχύσεως εντός 30 ημερών, χωρίς όμως να της υποδεικνύουν το ποσό που έπρεπε να ανακτηθεί.

Οι ένδικες διαδικασίες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου

14      Η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε στις 28 Απριλίου 2011 ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό. Η προσφυγή αυτή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T‑233/11, εκκρεμεί ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου.

15      Η Επιτροπή προσέφυγε στις 25 Μαΐου 2012 ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

Επί της προσφυγής

Επιχειρήματα των διαδίκων

16      Με την πρώτη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1 της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό.

17      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της ως άνω αποφάσεως, το εν λόγω κράτος μέλος δεν είχε λάβει κανένα μέτρο για την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.

18      Η Επιτροπή δεν είχε υπόψη της κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί το αίτημα παρατάσεως της προθεσμίας που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές.

19      Συναφώς, κατά την Επιτροπή, ο μόνος δικαιολογητικός λόγος που μπορεί να προβληθεί από κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως που ασκείται δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ είναι, κατά πάγια νομολογία, η απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως. Ωστόσο, οι ελληνικές αρχές δεν επικαλέστηκαν τέτοιο λόγο στο πλαίσιο της αλληλογραφίας τους με την Επιτροπή.

20      Η Ελληνική Δημοκρατία, μολονότι συνομολογεί ότι η επίμαχη παράνομη ενίσχυση δεν έχει ανακτηθεί, προβάλλει διάφορα επιχειρήματα προς άμυνά της.

21      Υπογραμμίζει, πρώτον, ότι, με έγγραφο της 19ης Απριλίου 2011, υπέβαλε στην Επιτροπή αίτημα παρατάσεως της προθεσμίας εκτελέσεως της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό. Παρά ταύτα, δεν έλαβε καμία απάντηση εκ μέρους της Επιτροπής.

22      Δεύτερον, το εν λόγω κράτος μέλος προβάλλει την ύπαρξη εμποδίων ως προς την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Ειδικότερα, η ισχύουσα εθνική νομοθεσία προέβλεπε μόνο διαδικασίες για την ανάκτηση ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί υπό τη μορφή δανείων, εγγυήσεων ή κεφαλαίων. Η επίμαχη όμως εν προκειμένω ενίσχυση προέκυπτε από την πώληση ακινήτου σε τιμή κατώτερη της αγοραίας αξίας του. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν δυνατή η ανάκτηση της επίμαχης ενισχύσεως προ της καλύψεως του σχετικού νομοθετικού κενού. Οι περιστάσεις αυτές στοιχειοθετούν απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό.

23      Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία τονίζει ότι έχει θεσπίσει επαρκές νομοθετικό πλαίσιο και ότι επίκειται η ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

24      Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης αποφάσεως η οποία το υποχρεώνει να ανακτήσει παράνομες ενισχύσεις οφείλει, βάσει του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται να ανακτήσει πράγματι τα οφειλόμενα ποσά (απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C‑485/10, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 27).

25      Σε περίπτωση αποφάσεως η οποία διαπιστώνει τον παράνομο και ασύμβατο με την κοινή αγορά χαρακτήρα μιας ενισχύσεως, η κατόπιν εντολής της Επιτροπής ανάκτησή της λαμβάνει χώρα υπό τους όρους του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 (απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, C‑549/09, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 28).

26      Δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, η ανάκτηση τέτοιας παράνομης ενισχύσεως πρέπει να γίνεται αμελλητί και σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους διαδικασίες, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική σκέψη 13 του εν λόγω κανονισμού, εφόσον οι διαδικασίες αυτές καθιστούν δυνατή την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής (απόφαση της 1ης Μαρτίου 2012, C‑354/10, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 59).

27      Εν προκειμένω, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό, η Ελληνική Δημοκρατία όφειλε να διασφαλίσει την «άμεση» και «αποτελεσματική» ανάκτηση της επίμαχης παράνομης ενισχύσεως. Το εν λόγω κράτος μέλος διέθετε προς τούτο, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως αυτής, προθεσμία τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως.

28      Δεδομένου ότι η απόφαση Ε(2011) 1006 τελικό κοινοποιήθηκε στην Ελληνική Δημοκρατία στις 23 Φεβρουαρίου 2011, η προθεσμία που τάχθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος για την ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως από τον δικαιούχο της έληγε στις 23 Ιουνίου 2011.

29      Πλην όμως, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε λάβει κανένα μέτρο προκειμένου να διασφαλίσει την εκτέλεση της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό και ότι, ως εκ τούτου, η επίμαχη ενίσχυση, στο σύνολό της, δεν είχε ανακτηθεί από το κράτος μέλος αυτό.

30      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει εντούτοις ότι, πρώτον, με το έγγραφο της 19ης Απριλίου 2011 είχε υποβάλει αίτημα, χωρίς αποτέλεσμα, για χορήγηση παρατάσεως δύο μηνών για τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία ανακτήσεως της παράνομης ενισχύσεως.

31      Αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το αίτημα αυτό δεν αφορούσε την παράταση της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό, αλλά την προθεσμία που ορίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως και αφορά την υποχρέωση κοινοποιήσεως πληροφοριών στην Επιτροπή.

32      Αφετέρου, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η αίτηση αυτή παρατάσεως δεν περιείχε καμία αιτιολογία βάσει της οποίας η Επιτροπή θα μπορούσε να αποφανθεί με αιτιολογημένη απόφαση.

33      Δεύτερον, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται αδυναμία συμμορφώσεως προς την υποχρέωσή της για ανάκτηση της παράνομης ενισχύσεως και, ειδικότερα, την ύπαρξη κενού στη νομοθεσία το οποίο χρειάστηκε να συμπληρώσει.

34      Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η αναγόμενη στην απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως προϋπόθεση δεν πληρούται στην περίπτωση που το καθού κράτος μέλος περιορίζεται να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή τις δυσχέρειες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως που παρουσιάζει η εκτέλεση της αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ουσιαστική ενέργεια προς τις οικείες επιχειρήσεις, προκειμένου να ανακτήσει την ενίσχυση, και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της οικείας αποφάσεως που θα καθιστούσαν εφικτή την υπέρβαση των δυσχερειών αυτών (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 1ης Μαρτίου 2012, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 69).

35      Το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι κράτος μέλος το οποίο, κατά την εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής περί κρατικών ενισχύσεων, αντιμετωπίζει δυσχέρειες που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή οφείλει να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής, προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της επίμαχης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, βάσει του κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμοιβαία καθήκοντα καλόπιστης συνεργασίας, έκφραση του οποίου αποτελεί ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν να συνεργαστούν με καλή πίστη για να υπερβούν τις δυσχέρειες, τηρώντας πλήρως τις διατάξεις της Συνθήκης και, ιδίως, εκείνες που αφορούν τις ενισχύσεις (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 1ης Μαρτίου 2012, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 70).

36      Συναφώς επισημαίνεται ότι το κενό στη νομοθεσία που επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία και αφορά στο γεγονός ότι η υφιστάμενη διαδικασία ανακτήσεως δεν κάλυπτε τις περιπτώσεις χορηγήσεως εκ μέρους του κράτους μέλους ενισχύσεως υπό τη μορφή της πωλήσεως ακινήτων σε τιμή κατώτερη της πραγματικής τους αξίας προδήλως εμπίπτει στις νομικές δυσχέρειες οι οποίες δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν απόλυτη αδυναμία, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας.

37      Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία συνομολογεί την ύπαρξη διαδικασιών για την ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί υπό τη μορφή δανείων, εγγυήσεων ή κεφαλαίων. Εν προκειμένω, όμως, η συναλλαγή η οποία συνίσταται στην πώληση ακινήτου σε τιμή κατώτερη της αγοραίας αξίας καταλήγει εν τέλει στη χορήγηση περιουσιακού οφέλους στον αγοραστή. Ως εκ τούτου, η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί να προβάλλει πλήρη έλλειψη νομοθετικού πλαισίου, καθόσον η ίδια συνομολογεί ότι υπήρχε, κατά το πέρας της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, νομοθεσία σχετικά με την ανάκτηση ενισχύσεων. Πράγματι, δεν ήταν αναγκαίο το εν λόγω κράτος μέλος να θεσπίσει νέο νομοθετικό πλαίσιο, αλλά απλώς να συμπληρώσει το ήδη υφιστάμενο.

38      Δεύτερον, δεν προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία ότι η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε από την Επιτροπή να τροποποιήσει την απόφαση Ε(2011) 1006 τελικό προκειμένου να καταστεί δυνατή η υπέρβαση εκ μέρους του κράτους μέλους αυτού των δυσχερειών που σχετίζονται με την άμεση και πραγματική εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως.

39      Αντιθέτως, οι ελληνικές αρχές στο έγγραφό τους της 19ης Απριλίου 2011 επικαλέστηκαν μόνο την ανάγκη παρατάσεως της προθεσμίας προκειμένου να υπάρξει συντονισμός των αρμόδιων φορέων.

40      Εναπόκειτο στο εν λόγω κράτος μέλος να ενημερώσει την Επιτροπή τουλάχιστον για τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε ως προς την εφαρμογή της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό. Πλην όμως, από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ενημέρωσε το θεσμικό αυτό όργανο, αφενός, ότι για την εφαρμογή της ως άνω αποφάσεως ήταν αναγκαία νομοθετική παρέμβαση και, αφετέρου, για τις δυσχέρειες που προέκυπταν από την ερμηνεία του θεσπισθέντος νομοθετικού πλαισίου.

41      Τρίτον, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι έχει θεσπιστεί επαρκές νομοθετικό πλαίσιο και ότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής της Επιτροπής, επέκειτο η ανάκτηση της επίμαχης παράνομης ενισχύσεως.

42      Πρέπει να τονιστεί συναφώς ότι τα νομοθετικά μέτρα που έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν την εκτέλεση, από τα εθνικά δικαστήρια, αποφάσεως της Επιτροπής η οποία υποχρεώνει κράτος μέλος να ανακτήσει παράνομη ενίσχυση δεν ανταποκρίνονται, όταν δεν λαμβάνονται εγκαίρως ή όταν αποδεικνύονται αναποτελεσματικά, στις επιταγές που απορρέουν από την προπαρατεθείσα στις σκέψεις 24 έως 26 της παρούσας αποφάσεως νομολογία (βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 2011, C‑303/09, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 41).

43      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι βάσιμη καθόσον με αυτήν η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν έλαβε, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ανάκτηση από την Ελληνικός Χρυσός ΑΕ των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν επ’ ευκαιρία της πωλήσεως, από το Ελληνικό Δημόσιο, ακινήτων στην εν λόγω επιχείρηση.

44      Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος που διατυπώνεται στην προηγούμενη σκέψη, παρέλκει η απόφανση επί της δεύτερης αιτιάσεως, η οποία αντλείται από το γεγονός ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ενημέρωσε την Επιτροπή για τα μέτρα των οποίων έγινε μνεία στην ως άνω σκέψη, δεδομένου ακριβώς ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν προέβη στην εκτέλεση της αποφάσεως Ε(2011) 1006 τελικό εντός των ταχθεισών προθεσμιών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C‑304/09, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2010, σ. I-13903, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

45      Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να ανακτήσει από την Ελληνικός Χρυσός ΑΕ την ενίσχυση η οποία χορηγήθηκε στην επιχείρηση αυτή επ’ ευκαιρία της πωλήσεως, από το Ελληνικό Δημόσιο, ακινήτων και κρίθηκε παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά με την απόφαση Ε(2011) 1006 τελικό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω αποφάσεως.

Επί των δικαστικών εξόδων

46      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να ανακτήσει από την Ελληνικός Χρυσός ΑΕ την ενίσχυση η οποία χορηγήθηκε στην επιχείρηση αυτή επ’ ευκαιρία της πωλήσεως, από το Ελληνικό Δημόσιο, ακινήτων και κρίθηκε παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά με την απόφαση Ε(2011) 1006 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 48/2008 (πρώην NN 61/2008) που εφάρμοσε η Ελλάδα υπέρ της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω αποφάσεως.

2)      Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)