Δελτία Τύπου

ΣτΕ 1492/2013: ανησυχητικά σημάδια

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ιερισσός, 21/4/2013

1. Στις δημοκρατικές κοινωνίες οι δικαστές είναι αυτοί που απονέμουν το δίκαιο με αφορμή τις υποθέσεις που άγονται ενώπιον τους. Αναντίρρητα οι αποφάσεις τους είναι σεβαστές, υπόκεινται όμως σε κριτική όπως, άλλωστε, συμβαίνει με τα έργα όλων των ανθρώπων. Ειδικότερα, η κριτική των δικαστικών αποφάσεων είναι επιβεβλημένη καθόσον δεν αρκεί η έκδοση μιας απόφασης για να απονεμηθεί το δίκαιο αλλά θα πρέπει, παράλληλα, να ικανοποιεί και το περί δικαίου αίσθημα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θα πρέπει να διακρίνεται από πειθώ, πράγμα που συμβαίνει όταν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όπως επιβάλλει το Σύνταγμά μας. Έχοντας αυτά κατά νου, διατυπώνουμε τις πρώτες κρίσεις μας αναφορικά με την υπ’αριθμ. 1492/2013 απόφαση του ΣτΕ η οποία απέρριψε την υπ’αριθ. 7947/11 αίτηση κατοίκων της Χαλκιδικής σχετικά με την αδειοδότηση των μεταλλείων χρυσού στην περιοχή.

2. Θα πρέπει να καταστήσουμε σαφές ευθύς εξ αρχής ότι η κριτική στην οποία προβαίνουμε δεν έχει να κάνει με το αποτέλεσμα δηλαδή με το ότι απορρίφθηκε η συγκεκριμένη προσφυγή, αλλά με κάτι πολύ σοβαρότερο: την προχειρότητα, τα λάθη και τις αντιφάσεις που υπάρχουν στην παραπάνω απόφαση και τα οποία της στερούν κάθε σοβαρό νόμιμο έρεισμα αν δεν την αναιρούν. Θα πρέπει, επίσης, να πούμε ότι είναι αλήθεια πως  δεν μας είχε συνηθίσει μέχρι τώρα το ΣτΕ σε τέτοιας – κακής – ποιότητας αποφάσεις. Αυτό, λοιπόν, είναι που μας γεμίζει ανησυχία και η κριτική που ακολουθεί δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έκφραση αυτής της ανησυχίας.

3. Σταχυολογώντας μερικά σημεία της απόφασης, αρχίζουμε με τη σκέψη αριθ. 17 (σελ. 45). Εκεί αναφέρεται ότι «στις Σκουριές, οι τύποι οικοτόπων, μέρος των οποίων πρόκειται να αποψιλωθεί, παρουσιάζουν μεγαλύτερη οικολογική αξία, δεδομένου ότι τρεις τύποι (δάση οξιάς και δρυός) περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, χωρίς όμως οι περιοχές που εμφανίζονται αυτοί οι οικότοποι να έχουν ενταχθεί σε κάποιο καθεστώς προστασίας, δεδομένου ότι δεν αποτελούν οικοτόπους προτεραιότητας, πέραν δε τούτου στην περιοχή κατάληψης των έργων καταγράφηκαν ορισμένα σπάνια είδη χλωρίδας, τα οποία είτε περιλαμβάνονται στο Παράρτημα V της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, είτε περιέχονται στο Κόκκινο Βιβλίο των απειλούμενων φυτών της Ελλάδας. Ωστόσο σύμφωνα με τη μελέτη οι θιγέντες τύποι οικοτόπων, όσο και τα σημαντικά είδη χλωρίδας παρατηρούνται και στην ευρύτερη περιοχή μελέτης ως εκ τούτου οι επιπτώσεις που θα προκληθούν είναι μετρίως σημαντικές».

4. Κατ’αρχάς, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της οδηγίας, είναι σαφέστατο ότι όλοι οι φυσικοί οικότοποι ασχέτως αν είναι ή δεν είναι οικότοποι προτεραιότητας τελούν αδιακρίτως υπό καθεστώς προστασίας (βλ. άρθρο 2 παρ.1 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ: «η παρούσα οδηγία σκοπό έχει να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων»). Απλώς, οι οικότοποι προτεραιότητας είναι αυτοί «για τη διατήρηση των οποίων η Κοινότητα φέρει ιδιαίτερη ευθύνη λόγω του μεγέθους του τμήματος της φυσικής κατανομής τους…..» (άρθρο 1, παρ. δ) της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ). Επομένως, η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ότι οι εν λόγω οικότοποι δεν έχουν ενταχθεί σε κάποιο καθεστώς προστασίας, δεδομένου ότι δεν αποτελούν οικοτόπους προτεραιότητας,  είναι εσφαλμένη και για το λόγο αυτό παραβιάζει το ως άνω αναφερόμενο άρθρο 2 παρ. 1 της ίδιας οδηγίας. Ας μας επιτραπεί στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι η διάπραξη ενός τόσο προδήλου σφάλματος δεν περιποιεί τιμή σε ένα δικαστήριο πολλώ δε μάλλον όταν είναι ανώτατο.

5. Περαιτέρω, η επισήμανση του Δικαστηρίου ότι οι επιπτώσεις στα σπάνια είδη χλωρίδας που απαντώνται στην περιοχή κατάληψης των έργων είναι «μετρίως σημαντικές» διότι σημαντικά είδη χλωρίδας παρατηρούνται και στην ευρύτερη περιοχή μελέτης είναι και παράδοξη και παράνομη. Πράγματι, αν ακολουθήσουμε τη λογική της απόφασης τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι επιτρέπεται η καταστροφή του περιβάλλοντος, αρκεί να γίνεται σε ποσοστιαία βάση. Με άλλες λέξεις, αν σπάνια είδη υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή, μπορούμε να καταστρέψουμε ή να εξαφανίσουμε όσα βρίσκονται στην εγγύς περιοχή! Εκτός από την παραδοξότητά της, αυτή η νομική προσέγγιση είναι και παράνομη καθόσον δεν υπάρχει, ευτυχώς, ούτε στη νομοθεσία (ευρωπαϊκή και ελληνική) ούτε στη νομολογία (ευρωπαϊκή και ελληνική). Τέλος, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο ο όρος «μετρίως σημαντικές» επιπτώσεις που χρησιμοποιεί η απόφαση δεν υπάρχει πουθενά στην περιβαλλοντική νομοθεσία (ευρωπαϊκή και ελληνική) και ο λόγος είναι απλός: οι επιπτώσεις ή είναι σημαντικές ή δεν είναι σημαντικές. Μια απλή ανάγνωση των κειμένων το πιστοποιεί πλήρως (βλ., οδ. 85/337, οδ. 92/43, ν. 1650/86, όπως ισχύουν σήμερα).

6. Στην ίδια σκέψη (αριθ. 17) της απόφασης και στην αμέσως επόμενη σελίδα (46), το Δικαστήριο αναφέρει ότι «οι εγκαταστάσεις στην περιοχή της Ολυμπιάδας δεν θίγουν και βρίσκονται εκτός των οικοτόπων ειδικής προστασίας του δικτύου Natura 2000». Ωστόσο, στη συνέχεια και ειδικότερα στη σκέψη αριθ.19 (σελ. 51) αναφέρει το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή μέρος των δραστηριοτήτων στην περιοχή της Ολυμπιάδας και σε έκταση 2,4 στρ. ευρίσκεται εντός του δικτύου Natura 2000 και συγκεκριμένα στην ειδική ζώνη διατήρησης «Όρος Στρατωνικό-Κορυφή Σκαμνί». Πρόκειται, λοιπόν, για μια ασυγχώρητη προχειρότητα που εκθέτει το Δικαστήριο καθώς στην προσπάθειά του να «νομιμοποιήσει» την ύπαρξη της συγκεκριμένης δραστηριότητας εντός της ως άνω προστατευόμενης περιοχής του δικτύου Natura 2000, προβάλλει ό,τι υπηρετεί αυτό τον στόχο.

7. Αξίζει να μείνουμε λίγο παραπάνω στο ίδιο θέμα. Η δραστηριότητα που θα αναπτυχθεί στην περιοχή της Ολυμπιάδας και βρίσκεται εντός προστατευόμενης περιοχής του δικτύου Natura 2000, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είναι νόμιμη διότι αν και είναι προστατευόμενη «είναι άγονη». Αυτή η κρίση όμως του Δικαστηρίου παραβιάζει ευθέως το νόμο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «τα κράτη-μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης (δηλαδή στις προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000: σημείωση δική μας) να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων…….». Από τη νομοθεσία, λοιπόν, επιβάλλεται η υποχρέωση να μην υποβαθμίζονται οι φυσικοί οικότοποι, πράγμα που σημαίνει ότι αν ένα μέρος του προστατευόμενου οικότοπου έχει υποβαθμιστεί καθόσον κατέστη άγονο από προηγούμενη δραστηριότητα (όπως συμβαίνει εν προκειμένω) τότε πρέπει να αποκατασταθεί αμέσως. Ενώ η παραπάνω υποχρέωση προκύπτει με σαφήνεια από τη σχετική διάταξη, το δικαστήριο προβαίνει στο ακριβώς αντίθετο: δικαιολογεί και επιτρέπει την περαιτέρω υποβάθμιση! Πρόκειται, όπως είναι προφανές, για σαφή παραβίαση του ως άνω άρθρου 6 παρ. 2 της οδηγίας 92/43. Άλλωστε, επί του θέματος αυτού είναι πάγια η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., ενδεικτικά, ΔΕΕ, υπόθεση C-304/05 Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκ. 94).

8. Συνεχίζοντας στο ίδιο θέμα, το Δικαστήριο (σκέψη 19, σελ. 54) θεωρεί ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3937/2011 που απαγορεύει εντός των περιοχών του δικτύου Natura 2000 την εγκατάσταση βιομηχανικών δραστηριοτήτων υψηλής όχλησης όπως η μεταλλουργεία, για τον λόγο ότι ναι μεν η περιοχή είναι εντός του δικτύου Natura 2000, ωστόσο πρόκειται περί μιας «άγονης έκτασης.» Θα πρέπει, όμως, να παρατηρήσουμε ότι το άρθρο 9 παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου δεν διακρίνει ανάμεσα σε άγονες και γόνιμες εκτάσεις, αλλά αναφέρεται γενικά και αδιακρίτως σε εκτάσεις που βρίσκονται εντός του δικτύου Natura 2000. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά διότι τότε θα είχαμε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.2 της οδηγίας 92/43 στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω.

9. Το Δικαστήριο, επίσης, εκτιμά ότι «το επίμαχο έργο δεν αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στους στόχους διατήρησης του εν λόγω προστατευόμενου τόπου (της περιοχής της Ολυμπιάδας: σημείωση δική μας), αλλά ούτε και των λοιπών που βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση από τις περιοχές των έργων (άνω των 3 χλμ.), και δεν αναμένεται να παραβλάψει την ακεραιότητα των τόπων αυτών, η σχετική κρίση της Διοίκησης που υιοθετεί τις αξιολογήσεις των μελετητών, παρίσταται νομίμως αιτιολογημένη κατά τούτο και διεξήχθη, βάσει πλήρων και επικαιροποιημένων στοιχείων και αφού ελήφθη υπ’ όψιν το σύνολο των δραστηριοτήτων που εντάσσονται στο επίμαχο έργο, υφιστάμενων και νέων».

10. Δυστυχώς, για το Δικαστήριο, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική διότι τέτοια σχετική κρίση της Διοίκησης αναφορικά με τις επιπτώσεις στον ως άνω προστατευόμενο τόπο δεν υπάρχει. Πράγματι, στην απόφαση έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) αποκρύπτεται ότι ένα μέρος των δραστηριοτήτων θα διεξαχθεί σε προστατευόμενη περιοχή, αφού αναφέρει ότι όλες οι δραστηριότητες θα εγκατασταθούν εκτός προστατευόμενων περιοχών (βλ., σελ. 94 της ΑΕΠΟ: «Οι μεταλλευτικές και μεταλλουργικές εγκαταστάσεις του έργου βρίσκονται εκτός ειδικών προστατευόμενων περιοχών.») Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν «η σχετική κρίση της Διοίκησης [να] παρίσταται νομίμως αιτιολογημένη» όταν δεν αναφέρεται στην ΑΕΠΟ η προστατευόμενη περιοχή ώστε να υπάρξει κρίση επ’ αυτής; Είναι προφανές ότι πρόκειται για αυθαίρετη διανοητική κατασκευή που απλώς υπηρετεί το στόχο της πάση θυσία «νομιμοποίησης» του έργου.  Με την ευκαιρία, αναρωτιόμαστε κατά πόσο η συγκεκριμένη παράλειψη της Διοίκησης είναι απλώς απροσεξία ή λαθροχειρία που, ας σημειωθεί, επιφέρει, εκτός των άλλων, σοβαρές ποινικές ευθύνες.

11. Ένα άλλο μείζον ζήτημα είναι η παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει εάν και κατά πόσο υπάρχει Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ), όπως επιβάλλει η ευρωπαϊκή νομοθεσία (άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ) και η σταθερή νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. υπόθεση C-258/11, P. Sweetman, σκ. 28-48 και τις εκεί παρατιθέμενες προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου) για τις περιπτώσεις έργων που βρίσκονται εντός ή/και πλησίον προστατευόμενων περιοχών (όπως εν προκειμένω).  Παρά την παραπάνω υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί στον έλεγχο κατά πόσο υπάρχει τέτοια ΕΟΑ και γενικότερα κατά πόσο ακολουθήθηκε η ειδική διαδικασία που επιβάλλει το ίδιο ως άνω άρθρο, αυτό δεν συμβαίνει με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η επιβεβλημένη κρίση του για το συγκεκριμένο ζήτημα. Απλώς αρκείται σε γενικού χαρακτήρα αναφορές που βρίσκονται διάσπαρτες στην απόφαση ότι έγινε πλήρης επιστημονική αξιολόγηση και παραβλέπει το βασικό στοιχείο ότι ούτε ΕΟΑ υπάρχει ούτε ακολουθήθηκε, γενικότερα, η προβλεπόμενη από το άρθρο 6, παρ. 3 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ειδική διαδικασία. Να σημειωθεί ότι όλα τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών όταν αντιμετωπίζουν τέτοιες περιπτώσεις (εγκαταστάσεις έργων σε προστατευόμενες περιοχές ή/και κοντά σε αυτές) το πρώτο πράγμα που κάνουν είναι να ελέγξουν εάν ακολουθήθηκε η ειδική διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

12. Ερχόμαστε τώρα ένα άλλο σημείο, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό. Πρόκειται για τα οικονομικά δεδομένα της υπόθεσης. Το δικαστήριο αφιερώνει επτά σελίδες (σελ. 75-81 της απόφασης) στην οικονομική αξιολόγηση της επένδυσης, χωρίς αυτό να δικαιολογείται ή να επιβάλλεται από καμία σχετική διάταξη της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Πράγματι, η νομοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση επιβάλλει να υπάρχει αξιολόγηση αποκλειστικά των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και σε καμία περίπτωση δεν προβλέπει την αναφορά σε οικονομικά δεδομένα και στοιχεία (βλ. άρθρα 3, 5 και παράρτημα IV της οδηγίας 85/337 όπως κωδικοποιήθηκε και ισχύει). Αναφορά και αξιολόγηση των οικονομικών δεδομένων, ώστε να φανεί εάν μια επένδυση συνιστά επιτακτικό λόγο υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, προβλέπεται μόνο στην οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Έτσι, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, εάν υπάρχει προσβολή της ακεραιότητας του προστατευόμενου τόπου, τότε επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση, να εκτελεστεί το έργο υπό τον όρο ότι  υπάρχει επιτακτικός λόγος υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος και ότι ο κύριος του έργου έχει ήδη προβεί σε αντισταθμιστικά μέτρα, όπως είναι η ανάληψη των εξόδων για τη μελέτη, χαρακτηρισμό, οριοθέτηση  και διαχείριση μιας προτεινόμενης νέας προστατευόμενης περιοχής που θα ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000 (άρθρο 6, παρ. 3 και 4).

13. Όμως, τίποτε από τα παραπάνω δεν συμβαίνει. Συγκεκριμένα, στην απόφαση αναφέρεται – επανειλημμένα και κατά κόρον – ότι δεν θα υπάρξει προσβολή της ακεραιότητας κανενός προστατευόμενου τόπου. Επομένως, δεν χρειάζεται να αναφερθούν οι θετικές οικονομικές επιπτώσεις του έργου αφού οι τελευταίες είναι αναγκαίες μόνο όταν διαπιστώνεται ότι θα υπάρξει προσβολή της ακεραιότητας κάποιου προστατευόμενου τόπου, πράγμα που, κατά την απόφαση, δεν συμβαίνει. Να σημειώσουμε, επιπλέον, ότι σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, η αξιολόγηση ενός πολύπλοκου οικονομικού ζητήματος, όπως το προκείμενο, πρέπει να διενεργείται αποκλειστικά από τη διοίκηση, κάτι που δεν έγινε. Ο δικαστικός έλεγχος δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτή την έλλειψη (βλ., ενδεικτικά, υπόθεση C-7/95 P, John Deere, σκ. 34-35, υπόθεση T-65/98, Van den Bergh Foods, σκ. 80). Γιατί όμως αυτή η επιμονή του δικαστηρίου στα οικονομικά στοιχεία; Η εξήγηση είναι απλή: στην προσπάθειά του να καλύψει τις παραβιάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας σχετικά με τις αρνητικές επιπτώσεις του έργου στο περιβάλλον της περιοχής, αναδεικνύει και μάλιστα υπερθεματίζει – παρανόμως – τις «θετικές επιπτώσεις για την εθνική οικονομία.»

14. Εκείνο, όμως, που προξενεί ακόμη μεγαλύτερη κατάπληξη είναι το περιεχόμενο της σχετικής επιχειρηματολογίας. Αναφέρει, λοιπόν, η απόφαση ότι θα αναδειχθεί η Ελλάδα «σε πρώτη κύρια χώρα παραγωγής χρυσού στην Ευρωπαϊκή Ένωση», και ότι θα υπάρξει «προσέλκυση και άλλων δραστηριοτήτων του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα.» (σελ. 77) Αυτή η, ας μας επιτραπεί ο όρος, τουλάχιστον αφελής ανάλυση ακολουθείται από την εξής επισήμανση: «η [εταιρία]προτίθεται να υποστηρίξει εμπράκτως δραστηριότητες που στοχεύουν στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική αναβάθμιση της Β.Α. Χαλκιδικής………..και θα δραστηριοποιηθεί σε δράσεις και ενέργειες κοινωνικής προσφοράς.» (σελ. 77). Το δικαστήριο ανάγει αυθαίρετα τα διαφημιστικά σποτ της εταιρίας σε νομικές δεσμεύσεις της αφού κάτι τέτοιο, όπως είναι προφανές, δεν συμβαίνει. Άλλωστε, σύμφωνα με το Σύνταγμα, την ευθύνη για την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου την έχει η υπεύθυνη κυβέρνηση και όχι οι ιδιωτικές εταιρίες καθόσον οι τελευταίες ενδιαφέρονται – και δικαίως – αποκλειστικά για τα κέρδη τους. Είναι φανερό ότι η σχετική αναφορά του δικαστηρίου εντάσσεται στην – εκτός νομοθετικών προβλέψεων – προσπάθειά του να καταστήσει κοινωνικά αποδεκτό ένα περιβαλλοντικά επιζήμιο έργο.

15.  Με βάση τα παραπάνω, οδηγούμαστε σε μια ζοφερή επισήμανση. Ότι δηλαδή η σχοινοτενής και χωρίς νομικό έρεισμα, επιμονή του δικαστηρίου στις «θετικές επιπτώσεις του έργου για την οικονομία» σε συνδυασμό με το ύφος και το περιεχόμενο της σχετικής επιχειρηματολογίας, μετατρέπουν αυτό το τελευταίο κεφάλαιο της απόφασης σε πολιτικό μανιφέστο νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης και με ειδικότερη στόχευση την καταστροφική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων προς όφελος των επιχειρηματικών ελίτ.

16. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, θέλουμε να βεβαιώσουμε ότι ο αγώνας μας θα συνεχιστεί με όλα τα νόμιμα μέσα ενώπιον των εθνικών και ευρωπαϊκών αρχών και οργάνων μέχρι την τελική νίκη. Γιατί η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αφορά μόνο εμάς αλλά και τις μελλοντικές γενεές έναντι των οποίων έχουμε ιερή υποχρέωση να τους παραδώσουμε το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους έτσι όπως μας τους παρέδωσαν οι πρόγονοί μας.

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟ ΦΟΡΕΩΝ & ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΣΤΑΓΕΙΡΩΝ-ΑΚΑΝΘΟΥ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΥΞΗ ΧΡΥΣΟΥ

> ΣτΕ 1492/2013 (ολόκληρο το κείμενο της απόφασης)